Η Βασίλισσα και το Χάος

 Κάποτε σε μία άλλη εποχή, σε έναν διαφορετικό κόσμο, υπήρχε μια βασίλισσα.

Κατέβηκε από την ασφάλεια του θρόνου της γιατί το βασίλειο της χάθηκε.

Φόρεσε ενδύματα απλά, όπως αυτά μίας χωρικής.

Και ξεκίνησε το περπάτημα προς άγνωστη κατεύθυνση.

Άρχισε να αναμιγνύεται με τον κόσμο και να αλληλεπιδρά. Έμαθε πως την έβλεπαν ως ψυχρή και η αδιαφορία της κατέστρεψε την χώρα.

Οι πιο κοντινοί της άνθρωποι την πρόδωσαν από την ανοησία και απληστία τους. Και έτσι ήρθε το τέλος.

Αποφάσισε λοιπόν να τα αφήσει όλα, χωρίς ίχνος κακίας και με νέα ταυτότητα να ζήσει μια περιπέτεια χωρίς την πολυτέλεια που είχε ως τώρα συνηθίσει.

Το θέμα ήταν ότι ήταν πολύ κακή στον προσανατολισμό και δεν είχε προνοήσει να πάρει μαζί της ούτε μια πυξίδα. Μόνο λίγο φαγητό και τα τριμμένα, ξεθωριασμένα ρούχα που φορούσε.

Δεν ανησυχούσε για τους ληστές ή κακοποιούς που μπορεί να συναντούσε. Είχε πάρει την καλύτερη εκπαίδευση μέσα στο παλάτι. Γνώριζε όλες τις τακτικές πολέμου και τις είχε εφαρμόσει αρκετές φορές. Το μόνο μειονέκτημα της ήταν ότι όταν την έπιανε δίψα για να χυθεί αίμα δεν σταματούσε με τίποτα. Οπότε είχε καλούς συμβούλους και διπλωμάτες για να προλαμβάνουν τυχόν αιματοχυσίες. Στο παρελθόν σε μια μάχη την είχε πιάσει τέτοια τρέλα που αφού μετά από πολλή ώρα μάχης με έναν ευγενή που είχε στρέψει εναντίον της αρκετούς υπήκοους σε θέσεις κλειδιά, για να την ανατρέψουν, αφού του ξερίζωσε τα μάτια, πήρε ένα μικρό εγχειρίδιο και τον τρυπάγε σε ζωτικά σημεία, έχανε αργά αίμα. Τον τύφλωσε για να αυξηθούν οι υπόλοιπες αισθήσεις του. Στο τέλος την ικέτευε τόσο πολύ να τελειώσει το μαρτύριο, ώστε του αφαίρεσε το κεφάλι. Το πρόσωπο της και τα μέλη της που δεν καλύπτονταν από την πανοπλία, είχαν γεμίσει τόσες πιτσιλιές από τους πίδακες του ζεστού του αίματος, που πλέον δεν ξεχώριζαν τα χαρακτηριστικά της. Δεν έμοιαζε καν για άνθρωπος. Το αίμα του  εισχώρησε μέσα στα ρουθούνια της και το στόμα, γευόταν την ταγγή γεύση του ζεστού αίματος και της ήττας του με απόλυτη ευχαρίστηση.

Έβαλε το χωρίς πλέον μάτια κεφάλι ψηλά σε ένα παλούκι στο κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας μέχρι να λιώσει και να μείνει το κατάλευκο κόκαλο.

Δεν επέτρεψε ταφή στα πτώματα των υπολοίπων επίσης και οι οικογένειές τους είχαν ένα σημάδι από πυρωμένο σίδερο στο μέτωπο, όπου θα το κουβαλούσαν για όλη τους την ζωή. Εκτός και αν έκαναν κάποια πράξη αυτοθυσίας ή κάτι που θα οφελούσε την κοινωνία στο μέλλον, οπότε θα αναθεωρούσε το ζήτημα.

Έτσι, όπως καταλαβαίνουμε δεν είχαν πολλές ελπίδες οι αντίπαλοι της. Μα δεν είχε μόνο αυτή την πλευρά. Ήθελε πάντα να αποδοθεί η δικαιοσύνη, ακόμα και αν εκείνη σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ο θύτης.

Σιγούρεψε το μικρό σπαθί της στο πίσω μέρος της μέσης και προχώρησε. Δεν πήρε άλογο γιατί ήθελε να δείχνει και να γίνει όσο πιο ταπεινή μπορούσε. Τα άλογα που είχαν απομείνει ήταν καλοταϊσμενα στους στάβλους και θα τραβούσαν την προσοχή.

Άρχισαν να πονάνε τα πόδια της μετά από αρκετές ώρες περπάτημα και αποφάσισε πως έπρεπε κάπου να διανυκτερεύσει. Ο σκοπός της ήταν να ριζώσει σε ένα μέρος όπου θα ήταν το νέο της σπίτι. Χωρίς να την γνωρίζει πλέον κανείς. Μια νέα αρχή.

Απόψε θα έμενε σε ένα βαθούλωμα ενός βράχου. Εκεί μπορούσε να ξαπλώσει χωρίς να την χτυπούν οι άνεμοι που κατά διαστήματα σηκώνονταν. Η βραδιά ήταν καθαρή με ελάχιστα σύννεφα και σε λίγο θα ανέβαινε αρκετά το φεγγάρι ώστε να φωτίζει ο τόπος. Άναψε μια μικρή φωτιά σε σημείο που δεν ήταν τόσο ορατό. Αρκετό για να διώχνει τα ζώα και διακριτικό για να μην τραβήξει τυχόν περίεργους κοντά της. Είχε πει, αλλά όχι ορκιστεί στον εαυτό της πώς η βία ανήκε στο παρελθόν.

Έβγαλε ένα κομμάτι αποξηραμένο κρέας και άρχισε να το καταβροχθίζει. Δεν είχε και τους καλύτερους τρόπους όταν πεινούσε. Πάντα περιοριζόταν στα δείπνα στο παλάτι και έπρεπε να κρατά τους τύπους, αλλά απόψε μπορούσε να είναι ο εαυτός της, έστω και με αυτό το σχεδόν χαλασμένο κομμάτι κρέας. Είχε μια νωπότητα καθώς το μασούσε γιατί είχε βραχεί νωρίτερα καθώς διέσχιζε έναν παραπόταμο. Αφού τελείωσε ήπιε λίγο νερό από το δερμάτινο φλασκί και έκατσε να κοιτάει το φεγγάρι. Έναν γαλαξία πιο εκεί και τα αμέτρητα αστέρια. Όταν κοιτούσε τον νυχτερινό ουρανό ήταν σαν να έριχνε βουτιά στο παρελθόν της. Βουτιά μέσα σε έναν αχανή, χωρίς βάθος ουρανό. Την έπνιγε η ιδέα ότι κατέληξε μόνη, με την υπόλοιπη βασιλική οικογένεια διαιρεμένη. Είχε απογοητεύσει τους πάντες. Και κυρίως τον λαό της. Οι τακτικές της τους οδήγησαν όλους σε αυτό το αποτέλεσμα. Τελικά τι έκανε? Το έβαλε στα πόδια σαν δειλή? Μήπως τελικά δεν ήθελε αυτήν την ευθύνη? Αλλά χωρίς την ευθύνη του εαυτού του και των άλλων, ο άνθρωπος τελικά τι είναι? Με αυτές τις μαρτυρικές, γεμάτες βάρος σκέψεις, βάρυναν τελικά τα βλέφαρα της από την τόση κούραση και πεζοπορία και κοιμήθηκε.

Ξύπνησε απότομα. Μόλις είδε ένα πολύ περίεργο όνειρο. Ήταν ξεκάθαρο. Της δόθηκε κάτι νέο. Αλλά δεν θα το έπαιρνε αμέσως. Σταδιακά. Ένα χάρισμα που μετά από κόπους και κακουχίες θα άρχιζε να το κατέχει πλήρως. Έχασε κάτι και τώρα είχε στην κατοχή της ένα νέο αξίωμα. Δεν ήταν καν από τον κόσμο που ως τώρα γνώριζε.

Ο ιδρώτας ποτίζε τα ρούχα της. Έπρεπε να πάει να πλυθεί. Αφού έκλεψε τα αυγά ενός πουλιού και τα κατάπιε έτσι όπως ήταν, ωμά. Κίνησε να βρει κάπου νερό. Βρήκε μια πηγή. Πέταξε σε μία πέτρα τα ρούχα της και βυθίστηκε μέσα. Τώρα μέσα στην κενότητα του νερού, οι σκέψεις που την κατέκλυσαν ήταν προς τα πού έπρεπε να κινηθεί. Είχε χαθεί τελείως. Όπως είχε χαλαρώσει, με τα μάτια της κλειστά και ακούγοντας τους ψιθύρους του δάσους, να έχει πιάσει κουβέντα με το φλύαρο νερό, κάτι την χτύπησε στο κεφάλι. Αφέθηκε για λίγο στην στιγμή και οι άμυνες της χαλάρωσαν. Γύρισε απότομα και τράβηξε δίπλα από την πέτρα το σπαθί της. Καθώς ήταν ευάλωτη,δεν πρόλαβε να ντυθεί, βγήκε από την πηγή έτσι όπως ήταν. Μπροστά της είδε ένα τρομοκρατημένο αγόρι. Τα ρούχα του είχαν τρύπες σε πολλά σημεία και ήταν ξυπόλυτο. Το παιδί έμεινε σοκαρισμένο. Πρέπει να ήταν πρώτη φορά που έβλεπε γυμνή γυναίκα σε όλη της την έκταση.

" Γύρνα από την άλλη μεριά. Τι κάνεις εδώ?".

Ο μικρός το έβαλε στα πόδια και κατευθύνθηκε προς ένα δρομάκι, πίσω από μία στισάδα δέντρα. Βγήκε γρήγορα από το νερό και ντύθηκε με βιασύνη. Εξοπλίστηκε και τράβηξε προς τα εκεί που έτρεξε ο μικρός βρωμιάρης.

Τελικά το μονοπάτι την οδήγησε σε ένα λόφο. Έφτασε στην κορυφή και προς έκπληξη της υπήρχε μια κοιλάδα. Ένα χωριό κοιμόταν μπροστά της. Ήταν χτισμένο σε προνομιακό σημείο. Μεγάλες εκτάσεις κατάλληλες για καλλιέργεια και όχι μακριά φαινόταν η θάλασσα. Και πίσω της το δάσος όπου βρέθηκε, με τις γαλάζιες πηγές του. 

Αφού έκατσε σε μία πέτρα, σκέφτηκε πως ήταν το σωστό μέρος για να μείνει, έστω για ένα χρονικό διάστημα. Ήταν πολύ κουρασμένη από την περιπλάνηση της. Πρωινή ομίχλη είχε κατακαθίσει τώρα στο χωριό. Ξεκίνησε προς τα εκεί.

Οι δρόμοι ήταν τυλιγμένοι ακόμη στην σιωπή. Πολύ σύντομα όμως άρχισε δειλά να εμφανίζεται κίνηση. Μια νοικοκυρά βγήκε και χτύπαγε ένα χαλί. Ένας ηλικιωμένος έκατσε στο σκαλοπάτι και μασούλησε το πρωινό του γεύμα. Από μέσα βγήκε η γυναίκα του, του έδωσε τα παπούτσια του και τον κατσάδιασε. Ένας πατέρας με τον γιό του βγήκαν και πήραν την κατεύθυνση προς τα χωράφια.

Την κοίταξαν με απορία και επιφυλακτικότητα. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε ξένους.

Το στομάχι της γουργούρησε. Τα αυγά προφανώς και δεν την χόρτασαν. Βρήκε σε κεντρικό σημείο ένα πανδοχείο. Μπήκε μέσα. Πήγε σε ένα τραπέζι ξύλινο και κάπως κακοφτιαγμένο. Τίναξε από πάνω της την σκόνη του δρόμου. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένη η ταλαιπωρία. 

Αφού έφαγε, πήρε την κούπα με το γλυκό κρασί να ξεδιψάσει. Την σήκωσε να πιεί και ξάφνου ο νους της έκανε απότομη βουτιά μέσα στην κούπα.

Άρχισε να στροβιλίζεται και να πέφτει βαθιά, όλο και πιο βαθιά μέσα στην ανάμνηση. 

Βρίσκεται στο παλάτι. Είναι ακόμα μικρή, όλοι περιμένουν να διαδεχθεί τον θρόνο. Βγαίνει από τα διαμερίσματα της. Έχει μάθημα τοξοβολίας και ξιφασκίας. Μετά πρέπει να μελετήσει ιστορία και νομικούς- αξιακούς κώδικες. Ότι πιο βαρετό. Προτιμά να χάνεται μέσα στην λογοτεχνία. Φτάνει στον χώρο εξάσκησης, το προτιμά από τα ανούσια βιβλία που την περιμένουν στοίβες. 

Εκεί την περιμένει ο δάσκαλος της και βοηθός του. Είναι όλοι ντυμένοι κομψά μα απλά ταυτόχρονα. Η ίδια φοράει μπλε αποχρώσεις με λευκό για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λόγω θέσης. Ξεκινάει χαλαρά ζέσταμα στα χέρια και πόδια. Γιατί η τοξοβολία απαιτεί και σταθερά πόδια κατ' επέκταση κορμό, αναπνοή. Δεν είναι στα χέρια το βασικό κομμάτι της.

Τελειώνει με την ρουτίνα των ασκήσεων. Τώρα σειρά έχει η ξιφασκία. Πόδια στην ανάταση και ελαφρώς λυγισμένα. Σε ετοιμότητα, σαν ελατήριο. Δεν έχει πολλά λόγια όλη η διαδικασία. Μόνο επαναλήψεις. Ξανά και ξανά. Την αφοπλίζει ο δάσκαλος συνέχεια. Το ίδιο ξίφος, στο ίδιο χώμα. Στα πόδια της μπροστά. Μα όσο αποτυγχάνει, τόσο και πεισμώνει. Έρχεται η σειρά της βοηθού για επαναλήψεις. Θέλει ο δάσκαλος να δει από άλλο πρίσμα την τεχνική της και τα λάθη. Αρχίζουν πάλι. Αυτή την φορά την πιάνει μία πρωτόγνωρη μανία. Πρέπει να τα καταφέρει. Πόσες φορές θα επαναλαμβάνει την ίδια ήττα? Όμως η βοηθός δεν είναι τυχαία εκεί, σε αυτή την θέση. Όσοι βρίσκονται στο παλάτι, έχουν βαρύτητα και έμπειρο παρελθόν, για αυτό και το αξίωμα. Όμως η βοηθός πιάνει τον εαυτό της να χάνει έλεγχο, μπροστά στην μανία της μαθητευόμενης. Παρασύρεται, και το ξίφος της χαράζει τον ώμο της μικρής. Ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος από μέταλλο. Για ένα χτύπο καρδιάς, κανείς δεν ανασαίνει.

Η μικρή βρίσκεται στο χώμα σχεδόν ξεμαλλιασμένη. Της έχει λυθεί ο κότσος. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μια φιγούρα. Ο ήλιος είναι κόντρα και δεν βλέπει χαρακτηριστικά. Ακούει όμως την γνώριμη φωνή του. Παιχνιδιάρικη.

"Πάλι σε έπιασε τρέλα? Δεν μπορώ κάθε φορά να σε γλυτώνω."

Ο ετεροθαλής αδερφός της, πάλι αυτός, της τείνει το χέρι. Σηκώνεται, ισιώνει τα ρούχα της, γυρνάει πλάτη και φεύγει αλλά όχι πριν τον ευχαριστήσει. Φεύγοντας γυρίζει το κεφάλι προς το μέρος του και βγάζει τόσο πολύ γλώσσα που φαίνονται οι αμυγδαλές της! Και φεύγει. Εκείνος μένει να την κοιτάζει, με ένα μισό χαμόγελο να του ξεφεύγει. Δεν μπαίνει στον κόπο να απαντήσει, ξέρει ότι η σιωπή του την εκνευρίζει περισσότερο κι από τα λόγια. Μόνο στρίβει αργά το δαχτυλίδι στο χέρι του, συνήθειο παλιό, όταν κάτι τον διασκεδάζει υπερβολικά.

Είναι ένας από τους κατά πολύ μεγαλύτερους αδερφούς της. Από τον ίδιο πατέρα. Πολλές σύζυγοι, πολλά και διαφορετικά παιδιά. Ο πατέρας τους πίστευε πως η ειρήνη έρχεται με τους γάμους, όχι με τις μάχες. Τελικά δεν πέτυχε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Με όλους έχει καλές σχέσεις, αλλά αυτός την εκνευρίζει όσο τίποτα στον κόσμο όλο. Είναι εύγλωττος, θέλει να είναι σε όλα καλύτερος και έχει τεράστια ιδέα για όλο αυτό το ανόητο σακί που περιφέρεται. Σαν να μην δίνει δεκάρα. Ένας τύπος που τον κυριεύει η αλαζονεία. Σαν να πιστεύει πως ο κόσμος φτιάχτηκε αποκλειστικά για να τον διασκεδάζει. Όπως σήμερα εξάλλου.

Έφυγε αρκετά τσιτωμένη από το πεδίο εκπαίδευσης. Έβραζε ακόμα κάτι μέσα της. Ήταν η ώρα να πάει για μάθημα αξιών και μάλλον ιστορίας. Πολλές φορές την έπαιρνε ο ύπνος. Το πρόγραμμα την ανάγκαζε να ξυπνάει νωρίς, άρα τώρα θα έριχνε έναν υπνάκο. Ο δάσκαλος ήταν ηλικιωμένος και επαρμένος. Και υπερβολικά χαλαρός για το μάθημα που τάχα έκανε. Είχε σκεφτεί να το αναφέρει, αλλά θα ήταν καλή ιδέα να χάσει το κεφάλι του? Τότε θα έχανε την υπέροχη ευκαιρία της για ενδιάμεση ξεκούραση.

Ξύπνησε γιατί κάτι έσταζε στο κεφάλι της. Άνοιξε τα μάτια και είδε πως ο ηλικιωμένος λόγιος είχε γίνει ήδη καπνός. Μα καλά τόσο υποταγμένος πια σε αυτό το παλάτι? Ο ρόλος του είχε πάει περίπατο. Από τον φόβο που είχε κατακαθίσει σαν ομίχλη σε όλη την αυλή, άλλωστε. Κοίταξε προς τα πάνω. Είδε το γνωστό αντιπαθές, αλαζονικό χαμόγελο.

Κρατούσε μια κανάτα και την έλουζε. 

" Η κυρία δεν έχει πάρει το πρωινό μπάνιο. Είμαι τόσο προνοητικός! "

Πετάχτηκε έξαλλη. Όχι δεν θα έκανε τώρα σκηνή. Θα έκανε όταν θα το είχε σκηνοθετήσει και προετοιμάσει η ίδια. Δεν θα του έδινε αυτή την ικανοποίηση. Προχώρησε γοργά προς την βιβλιοθήκη. Επιτέλους θα την έχανε και θα την άφηνε ήσυχη. Είχε την ευκαιρία εκεί, να βυθιστεί σε κάποιο ενδιαφέρον διήγημα και να ονειρευτεί. Αλλά όχι. Όχι. Η επιμονή ήταν οικογενειακό χαρακτηριστικό. Την ξετρύπωσε. Ήταν κρυμμένη πίσω από ένα κρυφό ερμάριο. Αλλά όχι για τα γερακίσια μάτια του. Όταν η σκιά του σκέπασε το ερμάριο, ήξερε πως το παιχνίδι είχε μόλις αρχίσει.

"Πάλι θες να αποδράσεις?"

"Ναι. Και δεν καταλαβαίνω τι σε κόφτει. Πρέπει να απολογούμαι για το τι θέλω?"

"Είσαι κακομαθημένη."


"Ναι είμαι. Αλλά ποτέ δεν σου ζήτησα κάτι παράλογο. Βασικά, δεν θέλω τίποτα από σένα. Και γιατί δεν πας με τους αλήτες που λες παρέα σου να πετάξετε πέτρες στους περαστικούς?"

(Εξάλλου αυτό τον ικανοποιούσε, ένιωθαν υπεροχή και είχαν αποβλακωμένα χαμόγελα κάθε φορά που προκαλούσαν χάος.)

"Οι φίλοι μου είναι ιεροί. Μην τους πιάνεις στο στόμα σου. Δεν μοιάζεις καθόλου μαζί τους."

"Ανακουφίστηκα. Να σου ακονίσω το λεπίδι? Θα το χρειαστείς. Μην πας κοντά τους με άδεια χέρια."

Και λέγοντας του αυτό, παίρνει ένα βιβλίο και του το κλείνει απότομα στα μούτρα. Ένα σύννεφο σκόνης και μούχλας αιωρήθηκε μπροστά του και άρχισε να φτερνίζεται ηχηρά. Του ξέφυγαν μερικά δάκρυα έντασης, θυμού. Ήταν η ευκαιρία της να ξεφύγει. Τώρα. Σπρώχνει με τον ώμο της την πόρτα και εξαφανίζεται με ένα μειδίαμα να της ξεφεύγει από τα μισάνοιχτα της χείλη.

Οι μέρες κύλησαν ήρεμα. Παντού απλωνόταν η ρουτίνα της καθημερινότητας. Η μία μέρα διαδεχόταν την άλλη, άλλαζαν σκηνικό σιωπηλά, εναρχηστρωμένα. Τα γέλια και τα πειράγματα των υπηρετών έσπαγαν την σιωπή. Η πρωταγωνίστρια μας, συνέχιζε να εκτελεί τις υποχρεώσεις της συνηθισμένη στην πολυτέλεια και την απόσταση που υπήρχε στο οικογενειακό περιβάλλον. Όταν δεν άντεχε πολλές φορές, ο μικρός της αδερφός την αγκαλιάζε μέσα στην σιωπή, χωρίς ανταλλαγή κουβέντας. Ήξερε πόσα βάρη κουβαλούσε, αλλά αν τους έπιανε ο συναισθηματισμός, απλά θα κατέρρεαν. Η ανάλυση μόνο τραύμα θα επέφερε και τώρα έπρεπε να εστιάσουν στο καθήκον τους.


Ένα ακόμη από τα αμέτρητα βράδια έφτασε. Αφού τελείωσαν τα μέλη της οικογένειας με το δείπνο, ο καθένας αποχώρησε στα διαμερίσματά του.

Τις τελευταίες μέρες, όμως, είχε παρατηρήσει πως ο μεγάλος της αδερφός απουσίαζε συστηματικά. Δεν ήθελε να ρωτήσει· σε καμία περίπτωση δεν θα τραβούσε τα βλέμματα δείχνοντας το παραμικρό ψήγμα ενδιαφέροντος. Άσε που θα ψωνιζόταν κι άλλο. Ήδη είχε πολλές κατακτήσεις στο ενεργητικό του. Κοπέλες έρχονταν μετά σ’ εκείνη και παραπονιόνταν για τη συμπεριφορά του. Ύφαινε ιστούς με τα λόγια του και τις παρέσερνε.

Ας πρόσεχαν. Όταν βλέπεις ένα τομάρι, απλώς το φοράς. Δεν το ερωτεύεσαι. Ούτε κάθεσαι να το χαϊδεύεις νυχθημερόν. Δεν ήταν η μάνα του· ούτε τον μεγάλωσε αυτή στο βυζί της.

Με αυτές τις σκέψεις την έγδυσαν οι ακόλουθες τις και εξαφανίστηκε μέσα στο θόλο νερό. Είχε μέσα σαπούνια, μπαχάρια και λουλούδια από όλες τις άκρες του κόσμου φερμένα. Αφού της έτριψαν την πλάτη δυνατά και τελείωσαν με την ιεροτελεστία του αλείμματος αιθέριων ελαίων που ανυψώνουν σώμα και ψυχή, της φόρεσαν την λευκή νυχτικιά και άρχισαν να της βουρτσίζουν τα μαλλιά. Για εκατό επαναλήψεις. Αφού την κούρασε όλο αυτό το ενοχλητικό συνήθειο για αστραφτερά μαλλιά αλά ευγενούς κορασίδας, χαλάρωσε τόσο πολύ που γκρεμίστηκε στα πουπουλένια και μεταξωτά στρωσίδια. Η τελευταία της λέξη εσωτερικά ήταν, "Ας πάνε επιτέλους όλα στο διάβολο".

Μύρισε καπνό και πετάχτηκε. Τα σκεπάσματα άρχισαν να πετούν στον αέρα· πούπουλα έβρεχαν το πάτωμα. Πετάχτηκε με τέτοια δύναμη που η καρδιά της χτύπησε στο λαιμό. Παντού μύριζε καμένο.

Άνοιξε το παράθυρο και προς μεγάλη της έκπληξη είδε το ανατολικό ανάκτορο να το γλείφουν οι φλόγες.

Ήταν η ώρα να ντυθεί. Γρήγορα. Η φωτιά φούντωνε. Οι υπηρέτες έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση, χαμένοι. Οι διάδρομοι είχαν γεμίσει πανικόβλητα βατράχια που κόαζαν σαν τρελά έτσι της φάνηκαν.

Κάτι φοβερό είχε συμβεί. Και όποιος το είχε κάνει, ήταν μέσα από το παλάτι.


Βγήκε έξω λαχανιασμένη. Το αποπνικτικό περιβάλλον την έπνιγε.


Τα νέα ήρθαν γρήγορα: ο μεγάλος πρίγκιπας είχε βάλει τη φωτιά. Εκείνο το βράδυ είχε πιει τόσο που έχασε τον εαυτό του. Η οργή ξεχείλισε από παντού. Πήρε τα μπουκάλια με το ποτό που λάτρευε και τα εκτόξευε παντού, στους τοίχους, στα έπιπλα, στους διαδρόμους. Ύστερα άναψε τα βέλη του. Στόχευε χωρίς λογική.

Η φωτιά έκανε αυτό που ξέρει: εξαπλώθηκε. Και πριν προλάβουν να καταλάβουν τι συμβαίνει, ο πρίγκιπας ανέβηκε στο μαύρο άλογό του και χάθηκε μέσα στο δάσος.


Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε. Δηλαδή... τα καπούλια του αλόγου είδε.


Ένιωσε θυμό. Οργή. Σαν να την κατάπινε μια μαύρη τρύπα.

Έπεφτε. Χωρίς να βρίσκει πουθενά να πατήσει.

Άγρια δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο. Μα έπρεπε να σταματήσει.

Το παλάτι καιγόταν εξαιτίας του, και τώρα κινδύνευαν να πνιγούν όλοι εξαιτίας της.




Ό,τι κάηκε, δεν χάθηκε ακόμα. (Συνεχίζεται...)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις